φειδώ

φειδώ
(-ούς) η бережливость, экономность

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "φειδώ" в других словарях:

  • φείδω — φειδώ sparing neut nom/voc/acc pl φειδώ sparing nom/voc/acc dual (doric aeolic) φειδώ sparing masc/fem acc sg φειδώ sparing nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φειδῶ — φειδός sparing masc/neut gen sg (doric aeolic) φειδώ sparing fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) φειδώ sparing fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φειδώ — ούς, η / φειδώ, όος και οῡς, ΝΜΑ 1. η ενέργεια τού φείδομαι, διάθεση με σύνεση, κατανάλωση με μέτρο, λελογισμένη χρήση, οικονομία 2. (κατ επέκτ.) τσιγκουνιά, φιλαργυρία μσν. αρχ. 1. φροντίδα για κάποιον ή για κάτι 2. ευσπλαγχνία, συμπόνοια.… …   Dictionary of Greek

  • φειδώ — η ώς, η κατανάλωση ή η διάθεση ενός πράγματος με μέτρο και περίσκεψη, η οικονομία, η φειδωλία, η σφιχτοχεριά, η τσιγκουνιά: Στην Κατοχή μοίραζαν τρόφιμα με μεγάλη φειδώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φειδώ — φειδός sparing masc/neut nom/voc/acc dual φειδώ sparing fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φειδῷ — φειδός sparing masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φειδοῦς — φειδώ sparing fem nom/voc pl φειδώ sparing fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φείδους — φειδώ sparing masc/fem nom/voc pl φειδώ sparing gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φειδοῖ — φειδώ sparing fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Liste der unregelmäßigen Substantive im Neugriechischen — Unregelmäßige Substantive im Neugriechischen sind Substantive, die sich in verschiedenerlei Hinsicht grammatikalisch anders verhalten als die Mehrheit der neugriechischen Substantive. Inhaltsverzeichnis 1 Übersicht 2 Gebrauch 3 Substantive mit… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste unregelmäßiger Substantive im Neugriechischen — Unregelmäßige Substantive im Neugriechischen sind Substantive, die sich in verschiedenerlei Hinsicht grammatikalisch anders verhalten als die Mehrheit der neugriechischen Substantive. Inhaltsverzeichnis 1 Übersicht 2 Gebrauch 3 Substantive mit… …   Deutsch Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»